Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα.



Αυτά καθώς λαλούσανε κι ανάμεσό τους λέγαν,σκυλί που κοίτουνταν, τ' αυτιά και το κεφάλι ορθώνει,ο Άργος, που ο αντρόψυχος Δυσσέας τον είχε θρέψει,όμως δεν τόνε χάρηκε, γιατ' είχε φύγει εκείνοςστη Τροία τότες την ιερή· σ' άλλους καιρούς οι νέοι

τον παίρνανε, να κυνηγούν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.Τώρα, π' ο αφέντης έλειπε, τον άφηναν πεσμένοστην σωριασμένη την κοπριά βοδιών και μουλαριώνε,που ομπρός στη θύρα απλώνονταν, κι οι παραγιοί αποκείθετην σήκωναν και κόπριζαν τους κήπους του Οδυσσέα.

Απάνω αυτού κοιτότανε τσιμπουριασμένος ο Άργος.Και τώρα, άμα μυρίστηκε σιμά τον Οδυσσέα,γοργοσαλεύει την ουρά, τ' αυτιά του κατεβάζει,μα πιο κοντά του αφέντη του δεν μπόρειε να ζυγώση.Γύρισ' αυτός την όψη του και σφούγγισ' ένα δάκρυοκρυφό με τρόπο, κι ύστερα τον πιστικό ρωτούσε·


«Μεγάλο θάμα, στην κοπριά να μνήσκη τέτοιος σκύλος·όμορφος σκύλος, μα άραγες νά 'ναι και γοργοπόδηςκοντά στην τόση του ομορφιά, για νά 'ναι δα από κείνουςπου στα τραπέζια στολισμό τους έχουν οι αφεντάδες;»

Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απολογήθης κι είπες·«Είν' εκεινού που απέθανε στα ξένα αυτός ο σκύλος.Αν ήταν έτσι στο κορμί, και στα έργα του σαν τότεςπου ο Οδυσσέας τον άφησε κινώντας για την Τροία,τότες θα κοίτας δύναμη και γληγοράδα, αλήθεια.

Αγρίμι δεν του ξέφευγε μες στα βαθιά του λόγγου,κάθε κυνήγι, που έβγαζε στ' αχνάρια μαθημένος.Μα παθιασμένος τώρ' αυτός, ο αφέντης του στα ξέναχαμένος, και δε νοιάζονται γι' αυτόν εδώ οι γυναίκες.Κι οι δούλοι, σα δε βρίσκεται ποπάνω τους αφέντης,

δουλειά να κάμουνε σωστή δε θέλουνε πια τότες·τι παίρνει τη μισή αρετή του ανθρώπου ο βροντορίχτηςο Δίας, άμα της σκλαβιάς η μαύρη τού 'ρθη μέρα.»
Αυτά σαν είπε, στα λαμπρά παλάτια μέσα μπήκε,και πήγε τους καμαρωτούς μνηστήρες ν' ανταμώση.

Όμως τον Άργο θάνατος μαύρος κι αχνός τον πήρε,σαν είδε τον αφέντη του, στα είκοσι χρόνια απάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου